Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Το ποντίκι που βρυχάται




Το κοκκοράκι της επανάστασης σηκώθηκε και όλη η αριστερά ανά την Ευρώπη ενώνεται για να τα βάλει με την τραπεζοκρατία. Φήμες λένε ότι στο νέο λάβαρο θα είναι εμφανές το κοκκόρι του Αλέξη. Ο ίδιος ο Τσάβες, βάσει πάντα εγκυρότατων πηγών, υποσχέθηκε ότι θα κάνει εμφύτευση για να μπορεί να αφομοιώσει το νέο αγωνιστικό λουκ. Η αριστερά αυτή βέβαια, αποτελείται μόνο από τον Αλέξη και τον Μελανσόν, οι οποίοι αντιστοιχούν σε ένα 17% και σε ένα 11% αντίστοιχα, στις χώρες τους, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Αλλά κι αυτοί λίγα έχουν να πουν μπροστά στο νέο, μεγάλο αντιμνημονιακό μέτωπο που χτίζεται, από τον μεγαλύτερο αντιμνημονιακό όλων, τον Αντώνη.
Το μόνο καλό της όλης υπόθεσης είναι ότι φαίνεται πως έχει αρχίσει να ξεπερνιέται η μία από τις δύο μεγαλύτερες κατάντιες της νεοελληνικής κουλτούρας, αυτή της κακομοιριάς. Μιας μιζέριας, ενός κόμπλεξ κατωτερότητας όπου ο νεοέλληνας είναι απλά ένα έρμαιο των εξελίξεων και αφήνει να αποφασίζουν άλλοι για αυτόν, ενώ ο ίδιος ακολουθεί με δουλική υποτέλεια. Τυπικό δείγμα ο Παπακωνσταντίνου με τα γνωστά αποτελέσματα.
Η ιδέα του Τσίπρα για συσπείρωση της αριστεράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ούτως ώστε να χτιστεί μια ενιαία φωνή με μεγαλύτερη δύναμη, δεν είναι καθόλου κακή, αλλά κολλάει σε δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι η αριστερά στην Ευρώπη γενικά δεν είναι και στα καλύτερά της, οπότε και να κατάφερνε μια συσπείρωση, τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ αμφίβολα. Ο χώρος της κεντροαριστράς έχει εκτοπίσει τα αμιγώς αριστερά (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) κόμματα, ειδικότερα στην βόρεια Ευρώπη. Το άλλο πρόβλημα είναι ο χειρισμός του ίδιου του Άλεξ, ο οποίος με το να αφομοιώνει πολιτικά συνθήματα σε ξένα χωράφια, το μόνο που θα καταφέρει είναι να απομακρύνει αυτούς που καλώς ή κακώς (κακώς δηλαδή) θα χρειαστεί στο άμεσο μέλλον.
Η αλήθεια είναι ότι τον Ολλάντ σοσιαλδημοκράτη, δύσκολα τον λες, ενώ πέρα από σχετικά περιθωριακές φωνές, όλοι μας έχουν κολλήσει την στάμπα της εξαίρεσης και δύσκολα θα μας χαριστούνε. Προφανώς και κάποια πράγματα φαίνονται δυσνόητα στο κοινό, ενώ δεν πουλάνε και πολύ για να αφομοιωθούν από δημοσιογράφους. Λίγοι καταλαβαίνουν ότι η κατασκευή του ευρώ από μόνη της δημιουργεί προβλήματα στις πιο αδύναμες οικονομίες, ή διαφορετικά λειτουργεί υπέρ των δυνατοτέρων, ή ακόμα πιο δυσνόητο είναι το γεγονός ότι σχετικά με τους ελληνικούς μισθούς, πιο σημαντική είναι η απόφαση και πράξη της γερμανικής ΓΣΕΕ, παρά της ελληνικής. Και φυσικά λίγοι καταλαβαίνουν ότι σε επίπεδο μακροοικονομίας, η εκ Γερμανίας επιβαλλόμενη τωρινή πολιτική είναι, πολύ απλά, σκουπίδι. Τα παραπάνω τα αναγνωρίζουν και τα προβάλλουν στον συριζα, αλλά οι συγκυρίες είναι πολύ διαφορετικές για να ασκήσουν την πολιτική που θα ήθελαν.
Υποθέτωντας ότι μέχρι τις επόμενες εκλογές δεν θα συμβεί καμία στραβή και θα είμαστε ακόμα στο ευρώ και ότι έστω ο Άλεξ θα είναι πρωθυπουργός, τα διαπραγματευτικά χαρτιά του θα είναι ελάχιστα. Σίγουρα στην αρχή θα υπάρξει κάποιος τσαμπουκάς τύπου, καταγγέλω το μνημόνιο κι εδώ ερχόμαστε στην δεύτερη κατάντια της νεοελληνικής κουλτούρας, που δεν είναι άλλη από τον ελληνάρα λεβεντομαλάκα. Τον τύπο που με παλλικαριά και ελληνικό τσαμπουκά θα απαιτήσει από όσους τολμήσουν να διαφωνήσουν μαζί του, να αναπαραχθούν άμεσα γιατί δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για την ταυτότητά του (ξέρ’ς ποιος είμαι’γω ρε;). Κάτι σαν να λέμε Καμμένος και απ’ό,τι φαίνεται κι ο Άλεξ έχει κάποιες τέτοιες τάσεις. Την στιγμή των διαπραγματεύσεων αυτό που θα χρειάζεται είναι κάτι ουσιωδώς ανάλογο των τωρινών συνθηκών, δηλαδή σοβαρότητα. Και για να είναι κανείς σοβαρός χρειάζεται ηρεμία και πλάνο.
Με το πλάνο στην Κουμουνδούρου δεν τα πάνε καλύτερα. Μπορεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο να έχουν την πιο σωστή και λογική αφήγηση αλλά για τα ενδοοικογενειακά λίγα έχουν να πουν. Προφανώς η προεκλογική ρητορική δεν επιτρέπει και πολλά σχόλια, αλλά αν υπάρχει έστω κι ένα άτομο που πραγματικά θεωρεί το ελληνικό δημόσιο ορθολογικό, έχει μάλλον πρόβλημα αντίληψης, ή είναι αρκετά πολωμένος-πορωμένος. Το κακό στην όλη ιστορία βρίσκεται στην αφομοίωση της λέξης μεταρρύθμιση από την νεοφιλελεύθερη πλευρά, μόνο, με αποτέλεσμα στο άκουσμα της λέξης, πχ από την Ξαφά, να μας πιάνει όλους σύγκρυο και να αρχίζουμε πρόωρο κλάμμα για μισθούς και συντάξεις. Αυτό που λείπει, είναι μια φωνή της λόγικής που θα προτείνει κάτι διαφορετικό από τον ταλιμπανισμό των νεοφιλελεύθερων, τύπου:
-          Γιατρέ μου, πονάει το πόδι μου
-          Κόψιμο, κόψιμο
Μια πιο ενδελεχής ματιά στην λειτουργία του δημοσίου και τομή στα καίρια σημεία μπορεί να οδηγήσει στον εξορθολογιμό του και όχι στην διαγραφή του. Χρονοβόρα διαδικασία εννοείται, αλλά κάποτε πρέπει να ξεκινήσει κι αυτή. Επίσης πολλοί στον συριζα παραδέχονται, ψιθυριστά όμως, ίσα ίσα να ακούγονται, ότι κάποια επαγγέλματα είναι αδίκως κλειστά, αλλά απ’την άλλη έχουμε κι εκλογές σε ένα μήνα. Το colpo grosso όμως είναι αλλού. Όπως δείχνει και ο παρακάτω πίνακας, από έρευνα του World Economic Forum σχετικά με το ποιον παράγοντα θεωρούν, οι επιχειρηματίες, ως τον πιο αρνητικό για να κάνουν επενδύσεις στην ελλάδα, συντριπτικά πρώτη είναι η γραφειοκρατία (στυγνή κλοπή από cynical). Δεύτερη, η δυσκολία χρηματοδότησης (λέγε με τραπεζικό σύστημα), τρίτη η διαφθορά και πιο κάτω η υψηλή φορολογία των επιχειρήσεων (ε, ας μην τα θέλουν κι όλα δικά τους). Τα εργασιακά, οι υψηλοί μισθοί και το χαμηλής εκπαίδευσης εργατικό δυναμικό αχνοφαίνονται κάπου στην μέση προς τέλος. Από τον πίνακα είναι εμφανές ότι η ρητορική που ακολούθησε το πετσόκομα των μισθών και των συντάξεων από ΓΑΠ κ ΠΑΠ(αδήμου), ήταν καθαρά αποπροσανατολιστική.



Εάν η αριστερά μπορούσε να αφομοιώσει μια ρητορική, φερόμενη κατά της γραφειοκρατίας (στη βάση όμως να παραμένει η μακροοικονομία), μόνο κερδισμένη θα μπορούσε να είναι. Και θα έπρεπε να το κάνει αυτό, όχι γιατί έτσι θα σωθεί η οικονομία της χώρας (η σωτηρία της από το ευρώ εξαρτάται κι από τις τράπεζες, για τις οποίες καλύτερα τα λέει ο techie chan), αλλά γιατί όταν θα έρθει η ώρα των διαπραγματεύσεων (και όχι των καταγγελιών), ο Αλέξης θα έχει ένα δυνατό διαπραγματευτικό χαρτί να παίξει (καλά υπάρχουν κι άλλα, αλλά εκεί μπαίνουμε σε πιο αμιγώς πολιτικά παιχνίδια), παίρνοντας κάποια μέτρα στα εντός, τα οποία και θεμιττά είναι και θα του επιτρέπουν να ζητήσει ανταλλάγματα. Ούτως ή άλλως, το κλίμα στην Ευρώπη αρχίζει να αντιστρέφεται μετά την αποτυχημένη πολιτική της Μέρκελ, οι κουβέντες για ευρωομόλογα εντείνονται, ενώ επιτέλους αρχίζει να γίνεται κατανοητό ότι χωρίς ανάπτυξη, αποπληρωμή δανείων… ντεν έκι. Στην ουσία το ζήτημα δεν είναι να σωθούν οι περιφερειακές οικονομίες αλλά η ΟΝΕ, την οποία οι συντηρητικοί της Γερμανίας βάζουν τα ταλευταία 2 χρόνια σε κίνδυνο. Εμείς αυτό που έχουμε να κάνουμε, είναι τα ελάχιστα δυνατά ώστε να φύγουν τα μάτια όλων από πάνω μας και να στραφούν στην ουσία του προβλήματος.
Γυρνώντας πάλι στα εγχώρια, στην αριστερά-κεντροαριστερά παρουσιάζεται η μοναδική ευκαιρία να ανακαταλάβει τον χώρο του κέντρου αφού το ΠΑΣΟΚ ψόφησε (βέβαια τακτικές τύπου Ολλαντρέου, ίσως και να το ξαναναστήσουν) και ο μεγάλος αντιμνημονιακός, ο Αντώνης ασχολείται μόνο με τα δεξιά του. Φυσικά σε κάτι τέτοιο θα αντιδρούσαν πρώτοι οι ίδιοι οι αριστεροί, οι οποίοι όμως φαίνεται να ξεχνούν την εξελικτική διαδικασία ως όρο, όπως και ότι ανάλογα εξελικτικά άλματα οδήγησαν τελικά σε αποτυχία (ναι για την ΕΣΣΔ μιλάω). Επίσης με 17%, άντε πες 25% δεν μπορούν να πουν ότι εκφράζουν, ακριβώς, την λαϊκή θέληση. Οι πιο σώφρωνες στον συριζα το καταλαβαίνουν και γι’άυτό είναι έτοιμοι να δεχτούν, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, την οποιαδήποτε παραχώρηση/υποχώρηση εκ μέρους τρόϊκας που θα οδηγήσει σταδιακά σε εκδημοκρατισμό της ένωσης, γιατί κι εκεί το σκεπτικό είναι το ίδιο.    

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Default now or default later?



Μετάφραση άρθρου του W. Münchau στους financial times.


Τι θα καθιστούσε μια οικονομικά, ορθολογική επιλογή για την Ελλάδα, δεδομένων των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών; Βλέπω τέσσερις επιλογές, όλες γεμάτες με αβεβαιότητα.
Η πρώτη θα ήταν η συνέχιση του σημερινού status: περισσότερη λιτότητα και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, όπως έχουν υποδειχθεί από ΕΕ-ΔΝΤ. Το ένα ρίσκο είναι να παραμείνει η Ελλάδα σε μια ατέρμονη ύφεση και παγίδα χρέους, όπου το παραγόμενο προϊόν πέφτει γρηγορότερα κι από τον ρυθμό ανάπτυξης. Το άλλο ρίσκο είναι ότι ακόμα κι αν, στα χαρτιά, δουλέυει οικονομικά, αποτυγχάνει σχεδόν σίγουρα πολιτικά.
Πραγματικά, αυτό ίσως συμβαίνει ήδη. Ο Σύριζα, ένα αριστερό και αντι-μνημονιακό κόμμα, είναι το πρώτο κόμμα στις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Αν αυτό το αποτέλεσμα επαναληφθεί σε μελλοντικές εκλογές, θα κερδίσει επίσης το πολυπόθητο βραβείο των 50 βουλευτικών εδρών, το ένα έκτο δηλαδή ολόκληρου του κοινοβουλίου. Έτσι το σενάριο θα τελείωνε με θρίαμβο των εξτρεμιστικών κομμάτων.
Αφού αυτή η επιλογή δεν θα δούλευε ούτε οικονομικά, αλλά ούτε και πολιτικά, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ορθολογική επιλογή.
Η δεύτερη επιλογή θα ήταν να επιδιωχθεί το ίδιο πλάνο εως ότου η Ελλάδα αποκτήσει πρωτογενές πλεόνασμα – δημοσιονομικό έλλειμμα πριν πληρωθούν τόκοι – και τότε να κάνει παύση πληρωμών, ή τουλάχιστον να επαναδιαπραγματευτεί το πρόγραμμα με ΕΕ και ΔΝΤ. Αυτή είναι πιο ρεαλιστική επιλογή από την πρώτη. Μια παραλλαγή αυτής της επιλογής ήταν υπο συζήτηση στις διαπραγματεύσεις της προηγούμενης εβδομάδας. Αλλά υπάρχει το ρίσκο ότι η λιτότητα που απαιτείται για να φτάσει η οικονομία σε αυτό το σημείο, να είναι τόσο δριμεία, ή να διαρκέσει τόσο, ώστε το πολιτικό ρίσκο να αρχίσει να γίνεται μεγαλύτερο.
Η Τρίτη επιλογή είναι αυτή που υποστηρίζεται από τον Αλέξη Τσίπρα, τον αρχηγό του Σύριζα. Θέλει να ακυρώσει το πρόγραμμα κατευθείαν, να αντιστρέψει κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις και ίσως να κάνει παύση πληρωμών για το υπόλοιπο χρέος προς ξένους ιδιώτες. Υποστηρίζει ότι αυτό δεν θα οδηγούσε σε έξοδο από την ευρωζώνη. Λέει ότι η ΕΕ μπλοφάρει. Δεν ξέρω αν είναι σωστός για το τελευταίο, απ’την άλλη όμως δεν ξέρω κι αν είναι λάθος.
Τι θα συνέβαινε αν η Ελλάδα προέβαινε σε ακύρωση του προγράμματος μονομερώς; Για αρχή η ΕΕ θα σταματούσε τα δάνεια προς την Ελλάδα. Η Ελλάδα τότε θα έκανε παύση πληρωμών σε όλο το εξωτερικό της χρέος. Δεδομένου όμως του πρωτογεννούς ελλείμματος, η Ελλάδα θα έπρεπε να επιβάλλει ένα ακόμα πιο σκληρό πρόγραμμα λιτότητας. Υποθέτωντας ότι θα εξακολουθούσε να θέλει να παραμείνει στο ευρω, θα μπορούσαν οι άλλοι να την αναγκάσουν να φύγει;
Οι Ευρωπαïκές Συνθήκες δεν έχουν καμία πρόβλεψη για αποχώρηση μελών από το νόμισμα και απολύτως καμία για αποβολή χώρας-μέλους. Επίσης, η συνθήκη λέει ότι το νόμισμα της ΕΕ είναι το ευρώ. Τεχνικά, η ΕΚΤ θα μπορούσε να αποφασίσει να μην δέχεται τα Ελληνικά ομόλογα ως εγγυήσεις. Θα μπορούσε να αρνηθεί να παρέχει ρευστότητα. Η Ελλάδα τότε δεν θα έχει άλλη επιλογή, παρά να αποχωρήσει «οικειοθελώς». Αλλά αυτό θα ήταν μια πολύ εχθρική πράξη.
Ο Γόλφγκανγκ Σόϊμπλε, ο Γερμανός υπουργός οικονομικών, είναι σίγουρος ότι η ευρωζώνη θα αντέξει μιας εξόδου της Ελλάδας. Αυτό μου θυμίζει το σκεπτικό του πέρσι όπου έλεγε ότι η ευρωζώνη μπορεί να ανταπεξέλθει με την εθελοντική συμμετοχή των ομολογιούχων. Αυτό τελικά μπορεί να καταλήξει σαν άλλη μια μακρά σειρά λανθασμένων εκτιμήσεων.Υπολογίζω ότι οι επενδυτές θα ποντάρουν πιο επιθετικά σε κατάρρευση αν η Ελλάδα αναγκαστεί να αποχωρήσει.
Υπάρχει, επίσης, και κάποιο ρίσκο χρηματοπιστωτικής μετάδοσης. Όπως ανακοίνωσε την Παρασκευή η Fitch, μια Ελληνική έξοδος θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στις βαθμολογήσεις ολόκληρης της ευρωζώνης. Ο κος Τσίπρας έχει ένα δίκιο όταν λέει ότι η ΕΕ δεν έχει κανένα κέρδος με το να οδηγήσει την Ελλάδα εκτός ευρώ. Το πρόβλημα είναι ότι η ευρωζώνη μπορεί και να το κάνει, επειδή οι αρχηγίες της έχουν υποτιμήσει την κατάσταση.
Η τέταρτη επιλογή θα ήταν μια άμεση εθελοντική αποχώρηση. Η Ελλάδα έχει πολύ μικρό εξαγωγικό τομέα και, όπως είπε ο William Buiter της Citibank, το αρχικό κέρδος στην ανταγωνιστικότητα θα χαθεί μέσω των εγχώριων πολιτικών.
Από τις τέσσερις επιλογές, η χειρότερη είναι η πρώτη. Με το να ακολουθηθεί το πρόγραμμα των ΕΕ-ΔΝΤ, η Ελλάδα θα καταλήξει σε 10 χρόνια ύφεσης, μια αναπόφευκτη έξοδο από το ευρώ και πιθανώς σε κατάρρευση της δημοκρατίας. Η καλύτερη επιλογή, για μένα, θα ήταν μια στρατηγική που να στοχεύει σε πρωτογεννες πλεόνασμα το 2013 και τότε να κάνει παύση πληρωμών σε όλο το εξωτερικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό. Δεν θα ήταν και πολύ δημοφιλές εκτός συνόρων αλλά σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν δύσκολο να εκδιωχθεί η Ελλάδα από το ευρώ.
Θεωρώ την προσέγγιση του κου Τσίπρα πολύ επίφοβη. Αλλά καταλαβαίνω γιατί οι Έλληνες πολίτες θα τον ψήφιζαν. Η θέση του είναι πολύ πιο ορθολογική από το πρόγραμμα λιτότητας του κεντρώου χώρου, το οποίο δεν μπορεί να προσφέρει καμία προοπτική οικονομικής ανάκαμψης. Η κατάσταση είναι ακριβώς ίδια με της Γερμανίας στις αρχές του 1930. Αυτό μας αφήνει με την επιλογή παύσης πληρωμών τώρα ή αργότερα. Θα προτιμούσα αργότερα επειδή θα απαιτούσε πιο ομαλή δημοσιονομική προσαρμογή, θα έφερνε κάποιες ελάχιστες και λογικές μεταρρυθμίσεις και θα αύξανε την πιθανότητα η Ελλάδα να παραμείνει στο ευρώ.
Δυστυχώς η πολιτική σκέψη πηγαίνει αντίθετα σε αυτό το σκεπτικό.


Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Στοίχημα;

 
(M. Duschamp)

   Στοίχημα ότι αν έκρυβαν στελέχη τύπου Στρατούλη (θα έλεγα και Λαφαζάνη αλλά τελικά χειρίστηκε αρκετά σωστά την διαφορετικότητα των απόψεών του) και τους έκρυβαν σε μια υπόγα στην Κουμουνδούρου και αντ'αυτού προέβαλλαν σαν βασική πολιτική την γραμμή Δραγασάκη και Τσακαλώτου, θα έπαιρναν 40-45%;


  Ένας πολιτικός ο οποίος έχει πλήρης συνείδηση συνθηκών και καταστάσεων


 


και ένας που δεν έχει ιδέα




Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Μια εναλλακτική ματιά στην ελαστικοποίηση της εργασίας




   Το κυριότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται στον εξαφανισμένο εξαγωγικό τομέα, ο οποίος την κρατάει μακρυά από την αυτάρκεια. Η κύρια κριτική στρέφεται κυρίως κατά οικονομικών πολιτικών, συντεχνιών, ελλήνων παραγωγών, όσο και εναντίον του ευρώ. Μπορεί και να ισχύουν όλα αυτά μαζί αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι άλλο από τον διεθνή ανταγωνισμό.
   Οι τιμές στα εξαγώγιμα προϊόντα είναι περίπου δεδομένες λόγω των πολλών ανταγωνιζόμενων υποκατάστατων, οπότε και τα περιθώρια κέρδους για τους παραγωγούς είναι πάρα πολύ μικρά. Πχ χρειάζεται μεγάλες δόσεις μαζοχισμού για κάποιον κάτοικο των κυκλάδων να ασχοληθεί με την αλιεία, ενώ μπορεί να ανοίξει ένα μπαρ το οποίο στις τουριστικές περιόδους θα του αποδίδει πολλαπλάσιο εισόδημα από αυτό της αλιείας.
   Ένας τρόπος για να δει κανείς την επιχειρούμενη ελαστικοποίηση της εργασίας και τις μεταρρυθμίσεις που την συνοδεύουν, είναι σαν δημιουργία κινήτρων για τους παραγωγούς έτσι ώστε να επιστρέψουν στον τομέα των εξαγωγών, αφού με την μείωση του εργατικού κόστους τα κέρδη θα είναι πλέον πιο ικανοποιητικά. Από την πλευρά του εργαζόμενου όμως δεν υπάρχει κανένα κίνητρο για να εργαστεί στον εν λόγω τομέα αφού η αμοιβή στα μη εξαγώγιμα θα είναι υψηλότερη, άρα και τα όποια μέτρα, σχετικά με την εργασία, θα εφαρμοστούν στο σύνολο των παραγωγικών κλάδων.
   Το παραπάνω σκεπτικό έτσι όπως παρουσιάζεται, ιδιαίτερα από το εξωκοινοβουλευτικό μεταρρυθμιστικό μπλόκ, πάσχει στο ότι υποθέτει πως η σχέση ανταγωνιστικότητας (δηλαδή τιμής κι εμμέσως κερδών) και εργατικού κόστους είναι γραμμική και 1 προς 1, πράγμα το οποίο είναι τραγικά λάθος αφού υπάρχουν δύο πολύ πιο σημαντικοί παράγοντες, η παραγωγικότητα και οι οικονομίες κλίμακας (χοντρικά, όσο πιο πολύ μεγαλώνει η παραγωγή, τόσο πιο πολύ μειώνεται το κόστος). Οι ελληνικές επιχειρήσεις από παραγωγικότητα δεν έχουν να παρουσιάσουν κάτι ιδιαίτερο, οι καινοτομίες είναι απειροελάχιστες, ενώ είναι αστείο να συγκρίνονται τα μεγέθη παραγωγής με οικονομίες κλίμακας.
   Το θετικό του όλου εγχειρήματος είναι μια σχετική αναβάθμιση του παραγωγικού τομέα και φυσικά ότι θα μικρύνει η απόσταση από την αυτάρκεια, αλλά ένα τέτοιο αποτέλεσμα μπορεί να φανεί μόνο σε βάθος πενταετίας, τουλάχιστον.  Από την άλλη το πιο άμεσο αποτέλεσμα θα είναι η ολική κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης, αφού οι μισθοί θα ισοπεδωθούν, οπότε και θα καταρρεύσει η ήδη παραπαίουσα οικονομία στο σύνολό της. Ο μόνος τρόπος για να ξεπεραστεί ένα τέτοιο ισχυρό σοκ είναι, την μείωση της ζήτησης να την αντικαταστήσει το κράτος, η εφαρμοζόμενη λιτότητα όμως οδηγεί μόνο προς την καταστροφή. Αν είναι δύσκολο για μια οικονομία να αντεπεξέλθει ενός σοκ, είναι παντελώς αδύνατο να συνέλθει από δύο ταυτόχρονα.
   Η μόνη ουσιαστική λύση, δεδομένου του πολιτικού σκηνικού, μπορεί να είναι μόνο ευρωπαϊκή, είτε με την έκδοση ευρωομολόγων, οπότε να μπορεί το κράτος να δανείζεται χωρίς πιέσεις και να ξεπεραστεί το πρόβλημα της λιτότητας, είτε με την δημιουργία ενός ευρωπαϊκού αναπτυξιακού ταμείου, το οποίο θα χορηγεί απευθείας δάνεια ή επιδοτήσεις προς εταιρείες, χωρίς την παρέμβαση του κράτους. Το πρώτο σενάριο κολλάει στην πολιτική πλευρά του θέματος, ενώ το δεύτερο την παρακάμπτει και ταυτόχρονα δημιουργεί και τάσεις για πιο κεντρικά σχεδιασμένες ευρωπαϊκές πολιτικές.


Κυριακή 8 Απριλίου 2012

"Ξέρω ποιος είμαι κι από που έρχομαι", "Ε, τότε γύρνα εκεί και σκάσε" La Haine (1:08) Μέρος πρώτο



Όσο κοινότοπες κι εμετικές κι αν είναι εκφράσεις τύπου διαβάζοντας το παρελθόν βλέπεις το μέλλον ή ο δρόμος της ολοκλήρωσης περνάει από την αυτογνωσία και άλλες τέτοιες μπούρδες, για να κατανοήσει κανείς τις δυναμικές της σημερινής ελληνικής κρίσης, η βουτιά στο παρελθόν είναι αναπόφευκτη. Και η αλήθεια είναι πως κατανοώντας διαχρονικές νοοτροπίες και ιδιοσυγκρασίες, ξαφνικά ένα τεράστιο μέρος της επιχειρηματολογίας υπερ ή κατά μνημονίου που ακούγεται σήμερα, φαίνεται τουλάχιστον ανεδαφικό.
Το πιο εύκολο που θα μπορούσε να κάνει κανείς σαν ιστορική αναδρομή (και αυτό που κάνουν οι περισσότεροι), για να βρει αίτια και αιτιατά, είναι να ρίξει μια ματιά στο τι συνέβη από την μεταπολίτευση και μετά. Ενώ οι συνέπειες σήμερα είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις πράξεις και τις απραξείες αυτού του διαστήματος, δεν θα καταφέρει να κάνει κάτι παραπάνω από μια κριτική της γενιάς του πολυτεχνείου, οπότε και δεν θα καταφέρει να βρει πιο μακροχρόνιες και διαχρονικές συμπεριφορές. Θα μπορούσε επίσης να ξεκινήσει την αναδρομή από το τέλος του Β’ παγκοσμίου αλλά και πάλι αυτό που θα έκανε, θα ήταν μια σύγκριση της γενιάς του ’40 με της επόμενης.
Μιας και η ιστορία της ελλάδας είναι μικρότερη ακόμα κι από αυτής των ΗΠΑ, καλύτερα θα ήταν να ξεκινήσει η αναδρομή από την αρχή όσο πιο σύντομα γίνεται, εστιάζοντας μόνο στα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομίας. Ας βάλουμε την αρχή λίγο πριν το ’21 όχι για λόγους εθνικής συνείδησης, ούτε γλωσσικούς, ούτε θρησκευτικούς, αλλά γιατί πολύ απλά μέχρι εκεί φτάνει η συλλογική μας μνήμη.
Στον ελλαδικό χώρο, περί τα τέλη του 18ου αιώνα, οι παραγωγικές δυνάμεις στην χριστιανική επαρχία ήταν τρεις. Γεωργοί, ημινομάδες κτηνοτρόφοι και μια υποτυπώδης μορφή ορεινής βιοτεχνίας και νησιωτικής ναυτιλίας. Τα πιο σημαντικά κομμάτια ήταν τα 2 πρώτα, αν και το πιο επιτυχημένο ήταν το τελευταίο. Στην περίπτωση των γεωργών οι καλλιέργειες, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε στην δυτική ευρώπη, ανήκαν σε αυτούς. Τα μεγέθη βέβαια ήταν πολύ μικρά, οπότε μιλάμε για μικρές ποσότητες παραγωγής. Από αυτήν, όσο μέρος δεν πήγαινε για αυτοκατανάλωση, δινόταν σαν φόρος στους πασάδες, βοέδες και λοιπό ρουφιαναίικο, οι οποίοι με τη σειρά τους μετέφεραν την παραγωγή στα οθωμανικά αστικά κέντρα. Εκεί πουλούσαν τα εμπορεύματα σε αξιωματικούς του στρατού, οι οποίοι τα μεταπουλούσαν στο κράτος ή σε μεγαλοιδιώτες, με διαπροσωπικές συμφωνίες. Στην ουσία εμπόριο με την μορφή που το ξέρουμε σήμερα δεν υπήρχε.
Η ανάπτυξη και η τεχνολογική εξέλιξη της εποχής εκείνης αντιστοιχούσε με εκείνες της φεουδαρχίας, αλλά 300 χρόνια πιο πριν. Η βασική διαφορά φυσικά ήταν ότι η καλλιέργεια γινόταν μέσα στα κτήματα των γαιοκτημόνων από τους δουλοπάροικους, οι οποίοι αρχικά κατείχαν ένα κομμάτι των αγρών. Επειδή όπως ήταν φυσικό φρόντιζαν περισσότερο το δικό τους μέρος από αυτό του γαιοκτήμονα, τελικά άλλαξε το καθεστώς, σταμάτησαν να έχουν δική τους γη και απ’ό,τι παρήγαγαν, κρατούσαν ένα μικρό μόνο ποσοστό. Η πίεση των γαιοκτημόνων μαζί με την ανάγκη να παράξουν όσο περισσότερο γινόταν για αυτοσυντήρηση, τους οδήγησε σε νέα και πιο αποτελεσμετικά τεχνολογικά μέσα. Η δημιουργία των μέσων αυτών οδήγησε σε μια νέα κάστα, αυτή των τεχνιτών, οι οποίοι με την σειρά τους, λόγω ειδικότητας, απέκτησαν την ελευθερία τους και μετακινήθηκαν σε πόλεις, οι οποίες ταυτίστηκαν με την τεχνολογική εξέλιξη.
Στην οθωμανική αυτοκρατορία όλη αυτή η εξέλιξη δεν πάτησε πόδι. Οι σχέσεις κατακτητών και κατακτημένων ήταν πολύ πιο χαλαρές (σχεδόν δημοκρατικές), συν ότι η δουλεία με την δυτικοευρωπαϊκή έννοια ποτέ δεν ίσχυσε. Το αστικό κέντρο της οθωμανίας δεν παρήγαγε τίποτα πέρα από είδη πολυτελείας, ενώ η απληστία για πλουτισμό ολοκληρωνόταν μέσω της προαναφερθείσας διαδικασίας στα χαμηλά στρατιωτικά κλιμάκια και με ξερό επεκτατικό τσαμπουκά στα ανώτερα. Κατά αυτόν τον τρόπο η διαδικασία παραγωγής μικρή σημασία είχε, οπότε κάπως έτσι εξηγείται και το τεχνολογικό χάσμα δυτικής ευρώπης και βαλκανίων.
Από την πλευρά των κτηνοτρόφων τα πράγματα ήταν ακόμα πιο χαλαρά αφού ο ημινομαδισμός τους, τους επέτρεπε να αποφεύγουν ελέγχους και φόρους, δημιουργώντας πιο αυτόνομες κοινότητες. Συνοπτικά η καπιταλιστική εξέλιξη δεν πέρασε από τα βαλκάνια, αφού κατά βάση στηρίχτηκε στο σύστημα της φεουδαρχίας, το οποίο στην εν λόγω περιοχή απλά δεν υπήρχε. Ούτως ή άλλως δεν είναι τυχαίο ότι ο καπιταλισμός πέτυχε εκεί που υπήρξε φεουδαρχία, δηλαδή στην ευρώπη και την ιαπωνία (ναι εντάξει, και στις ΗΠΑ αλλά κι αυτές παιδί της ευρώπης δεν είναι;).
Για να μην το κουράσουμε, το πολιτικό κομμάτι ας το αφήσουμε απ’έξω. Κατά την αρχή της επανάστασης προσπαθεί ο Καπποδίστριας να εφαρμόσει ένα πιο ευρωπαϊκό μοντέλο, το οποίο ήταν εντελώς ανεδαφικό βάσει των δεδομένων, με τους περισσότερους να δυσαρεστούνται αφού πάλι φόρους θα έπρεπε να πληρώνουν, δεν έχει σημασία σε ποιον, με αποτέλεσμα να του φυτέψουν μια σφαίρα κάποιοι μεγαλοπαράγοντες ΑΚΑ αλαφούζοι της εποχής.
Από εκείνο το σημείο και για το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα, λίγα πράγματα αλλάζουν. Η πολιτική αστάθεια, τα μεγάλα χρέη και τα λιγοστά κεφάλαια δεν επιτρέπουν για μεγάλη ανάπτυξη, οικονομική αλλά και κυρίως τεχνολογική. Έτσι το μόνο καταφύγιο για τους πολίτες είναι η μικροπαραγωγή σε επίπεδο οικογενειακών επιχειρήσεων, μαζί με ένα μικρό είδος φορολογικής ανομίας, θεμιτής στα πλαίσια του ότι το κράτος λίγα είχε να προσφέρει σε αντάλλαγμα των φόρων, με αποτέλεσμα την οικογένεια να αντικαθιστά την ανύπαρκτη κοινωνική πολιτική . Το πιο σημαντικό στοιχείο όμως, το οποίο χαρακτηρίζει σε έναν βαθμό την νεοελληνική κουλτούρα, είναι ότι οι οικογένειες αυτές μεγάλωναν ανθρώπους αλλά όχι πολίτες με ότι κι αν αυτό συνεπάγεται. Κι ο σκοπός εδώ δεν είναι να κριτικάρουμε την οικογενειοκρατία, αλλά να δούμε πως λειτούργησαν τα πράγματα εως σήμερα, μέσω αυτής. 
Στα τέλη του 19ου αιώνα, μέσω της ναυτιλίας κάποιες τεχνολογικές εξελίξεις στην ευρώπη αρχίζουν και γίνονται γνωστές και μεταφέρονται και στην ελλάδα. Έτσι αρχίζουν να δημιουργούνται μεγάλες, για τα ελληνικά δεδομένα, εταιρείες, άλλες κερδοφόρες άλλες όχι, αλλά όλες επιβιώνουν μέσω ενός κρατικού προστατευτισμού, είτε με δασμούς, είτε με επιδοτήσεις. Ταυτόχρονα το κράτος παρουσιάζεται ως εργοδότης, βοηθάει με προσλήψεις και φοροαπαλλαγές όπου χρειάζεται, με εντελώς αθέμιττα μέσα για τα σημερινά δεδομένα (όχι ότι έχει και κάποια σημασία), δημιουργώντας τις γνωστές πελατειακές σχέσεις, οι οποίες, όπως είναι αναμενόμενο, ήταν ή έστω κατέληξαν παιχνίδι των αλαφουζαίων (πάντα της εποχής).
Τα ταραγμένα πολιτικά σκηνικά του πρώτου μισού του 20ου δεν αφήνουν και πολύ χώρο για πάρλα, σε οικονομικό επίπεδο, εκτός από την περίοδο που ακολούθησε την μικρασιατική καταστροφή όπου οι μετανάστες προσφέρουν φτηνά εργατικά χέρια και μεταποιητική τεχνολογία, άγνωστη μέχρι τότε στην από δω πλευρά του αιγαίου. Σε συνδυασμό με την εισροή κεφαλαίων, ελλήνων μεταναστών από ευρώπη, αμερική και αυστραλία, δίνεται το πρώτο πάτημα για δημιουργία μιας υποτυπώδους βιομηχανίας.
 Μετά τον Β’ΠΠ και τον εμφύλιο, τα πράγματα παραμένουν μεν περίπου τα ίδια, αλλά τα μεγέθη, λόγω παγκόσμιας ανάπτυξης, μεγαλώνουν σε πρωτοφανή επίπεδα. Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ στα 60’ς είναι σχεδόν διψήφιος, βάζοντας την ελλάδα στο top 5 των αναπτυσσόμενων χωρών. Οι πελατειακές σχέσεις έχουν αποκτήσει πιο οικεία, σε μας, μορφή, όπου σε ένα σύνολο ομόκεντρων κύκλων, με το κράτος να είναι το κέντρο, τα χρήματα μοιράζονταν από μέσα προς τα έξω, με τους πιο εξωτερικούς κύκλους να παίρνουν le pοul. Οι μεγάλες επιχειρήσεις εξακολουθούν να προστατεύονται, όπως γινόταν και παντού άλλωστε, με τις προβληματικές προς υγιείς να είναι σε αναλογία 5:1 και με κυριώτερες οφελειμένες τις βιομηχανικές επιχειρήσεις. Η βάση όμως εξακολουθεί και είναι η οικογενειακή ή μικρομεσαία επιχείρηση. Γενικότερα, σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει παντού ανάπτυξη οπότε κι η ελλάδα ως μέλος της παγκόσμιας κοινότητας, έχει κι αυτή αντίστοιχα (αν και κάποια ζωάκια εξακολουθούν να δίνουν credits στην χούντα).
Συνοπτικά, εως τώρα ήδη έχουν αρχίσει να φαίνονται κάποια χαρακτηριστικά τα οποία είναι ακόμα έντονα, σήμερα. Το επίπεδο και ο τρόπος παραγωγής και η αντίληψη του κράτους ως δεκανίκι στην απόδοση εισοδήματος αλλά όχι σε επίπεδο δημοσίων αγαθών, ατομικιστικές τάσεις σε κοινωνικό επίπεδο, αλλά και μια απόσταση από την εξέλικτική διαδικασία του καπιταλισμού που οδήγησε σε τοπικά μορφώματα, συγγενή περισσότερο με οθωμανικά, παρά με δυτικοευρωπαϊκά, πόσο μάλλον με αγγλοσαξονικά. Και μετά ήρθε η μεταπολίτευση...

(η συνέχεια στο επόμενο...)