Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Γιατί η έξοδος είναι μια υπαρκτή επιλογή για την Γερμανία



Μετάφραση από άρθρο του Martin Wolf στους FT

Θα έπρεπε η Γερμανία να αφήσει το ευρώ; Στην τελική, είναι η μεγάλη χώρα με μια εύλογη επιλογή εξόδου. Το ερώτημα γίνεται πιο σχετικό μετά την απόφαση της Μέρκελ, της συντηρητικής καγκελαρίου της Γερμανίας,  να υποστηρίξει τον Μάριο Ντράγκι, πρόεδρο της ΕΚΤ, εναντίον του Jens Weidmann, τον οποίο έχει διορίσει ως πρόεδρο της Bundesbank, σχετικά με το πλάνο της ΕΚΤ να αγοράζει ομόλογα κρατών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Ο πρόεδρος της Bundesbank, του πιο σεβαστού Γερμανικού θεσμού, έχει αναχθεί στον κύριο εκφραστή των γερμανών ευρωσκεπτικιστών. Οι Γερμανοί συνειδητοποιούν ότι η ΕΚΤ δεν δύναται να είναι μια μετενσαρκωμένη Bundesbank. Για άλλη μια φορά βλέπουμε ότι η ευρωζώνη είναι ένας μίζερος γάμος. Μπορεί ένας χωρισμός να είναι καλύτερος, όσο αποδιοργανωτικός κι αν είναι;
Εξετάζοντας το θέμα από την γερμανική σκοπιά, πρέπει να διαχωρίσουμε τα ορθά από τα λάθος επιχειρήματα. Όπως δείχνει κι ο Paul de Grauwe, Βέλγος οικονομολόγος στο LSE, σε σχετικό άρθρο του, είναι εύκολο να βρεθούν αντίστοιχα παραδείγματα. Το συγκεκριμένο άρθρο εξετάζει αν η συσσώρευση απαιτήσεων μέσα στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών σημαίνει ότι η Γερμανία θα χάσει πολλά αν διαλυθεί η ευρωζώνη. Η απάντηση είναι όχι.
Καταρχάς η Γερμανία έχει συσσωρεύσει πολλές απαιτήσεις τόσο από τα μέλη της ευρωζώνης, όσο κι από τρίτες χώρες, όχι λόγω του διατραπεζικού συστήματος, αλλά λόγω των μεγάλων πλεονασμάτων στο εμπορικό της ισοζύγιο. Οι Γερμανοί τρέχουν δύο επιχειρήσεις: εξάγουν αγαθά, στο οποίο είναι εξαιρετικοί και εισάγουν χρηματοοικονομικές απαιτήσεις, στο οποίο είναι κάκιστοι. Εν συντομία, οι εξαγωγές της Γερμανίας την έχουν εκθέσει σε χρηματοοικονομικούς κινδύνους. Σύμφωνα με το άρθρο, η γερμανική οικονομία έχει εκραγεί λόγω χρηματοικονομικών ροών (αποτέλεσμα κερδοσκοπίας) και όχι λόγω των πλεονασμάτων της.
Αυτές οι ροές δεν επηρεάζουν τις διακρατικές απαιτήσεις. Αν υποθέσουμε ότι ένας ισπανός καταθέτης μεταφέρει τα χρήματά του σε μια γερμανική τράπεζα, αυτό συνεπάγεται υποχρέωση για την ισπανική κεντρική και απαίτηση για την αντίστοιχη γερμανική. Ταυτοχρόνως η γερμανική ιδιωτική τράπεζα θα έχει απαιτήσεις από την αντίστοιχη ισπανική. Η καθαρή θέση της Γερμανίας παραμένει αναλλοίωτη, αλλά οι απαιτήσεις της bundesbank έχουν αυξηθεί, ενώ οι απαιτήσεις του ιδιωτικού τομέα όχι.
Κατά δεύτερον αυτό δεν εκθέτει τον γερμανό φορολογούμενο σε μεγάλες απώλειες. Η αξία των υποχρεώσεων της bundesbank (η νομισματική βάση δηλαδή) δεν εξαρτάται από την αξία των απαιτήσεών της, αλλά από την αγοραστική δύναμη. Στο συγκεκριμένο νομισματικό σύστημα, όπου δεν υπάρχουν εγγυήσεις, οι κεντρικές δεν χρειάζονται πολλές απαιτήσεις παρά μόνο τις ελάχιστες για να μπορεί να ασκηθεί νομισματική πολιτική, αφού μπορούν να δημιουργήσουν χρήμα από το τίποτα. Αυτό που δίνει αξία στο χρήμα είναι όχι τόσο μια εγγύηση, αλλά η προδιάθεση των ατόμων να κάνουν συναλλαγές και η προδιάθεση του κράτους να ορίσει τις αντίστοιχες φορολογικές υποχρεώσεις.    
Ο κίνδυνος για την γερμανία, στην περίπτωση διάλυσης της ευρωζώνης, είναι ότι θα μπορούσε να υπάρχει υπερπληθώρα του νέου νομίσματος, κυρίως από αλλοδαπούς στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν το νέο νόμισμα. Η bundesbank θα μπορούσε να την περιορίσει επιβάλλοντας, όμως, περιορισμούς στην μετατροπή στους γερμανούς υπηκόους. Οι απώλειες κατά αυτόν τον τρόπο θα βάραιναν τους πολίτες των άλλων χωρών, των οποίων τα νομίσματα θα κατέρρεαν.
Αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του De Grauwe αλλά θα μπορούσαμε να τους συνετίσουμε. Αν οι γερμανοί έχουν μαζέψει άχρηστες απαιτήσεις μέσω των τεραστίων πλεονασμάτων στο εμπορικό τους ισοζύγιο, ίσως θα ήταν καλύτερα να συμμαζέψουν τα πλεονάσματά τους. Παρομοίως, το γεγονός ότι οι γερμανοί μπορούν να φύγουν χωρίς τις μεγάλες απώλειες που φοβάται η κοινή γνώμη κάνει την έξοδο μια δυνατή επιλογή.
Ο Charles Dumas του λονδρέζικου Lombard Street Research, επισημαίνει ότι η συμμετοχή στο ευρώ έχει ενθαρρύνει την γερμανία στο να προβεί σε μερκαντιλιστικές πολιτικές σε βάρος των πολιτών της καθώς και της ανταγωνιστικότητάς της. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα έχει αυξηθεί ελάχιστα από το 1998, όπως και η εσωτερική κατανάλωση. Αντίστοιχα η παραγωγικότητα στο διάστημα 1999-2011 έχει αυξηθεί ελάχιστα σε σχέση με τις ΗΠΑ και το ΗΒ. Οι στάσιμοι πραγματικοί μισθοί, η λιτότητα και τα υψηλά επιτόκια έχουν οδηγήσει την ζήτηση σε καθίζηση. Αλλά τώρα η θεραπεία για τα δεινά της ευρωζώνης απαιτεί υψηλότερο πληθωρισμό στην γερμανία, τον οποίο οι ίδιοι απεχθάνονται, αποπληθωριστικές υφέσεις σε μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές και εκταμίευση εγχώριων πόρων προς τα άλλα κράτη-μέλη.
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι ούτε τα οικονομικά αλλά ούτε και τα πολιτικά οφέλη από την ευρωζώνη είναι αυτό που ονειρεύονταν οι γερμανοί πολιτικοί - οικονομολόγοι. Ακόμη χειρότερα, προβλέπονται έτη συγκρούσεων για θέματα ανταγωνιστικότητας, αναδιάρθρωσης χρεών και αντιλαϊκών μέτρων. Ίσως ένα επίπονο διαζύγιο να είναι καλύτερο από όλα αυτά.
Ο Dumas αυτό υποστηρίζει. Η επιστροφή σε έναν ανατιμημένο μάρκο θα σήμαινε μείωση του ποσοστού των κερδών, θα αύξανε την παραγωγικότητα όπως και τα πραγματικά εισοδήματα των καταναλωτών. Αντί να δανείζουν πλεονάσματα σε «ανήθικους» ξένους, οι γερμανοί θα μπορούσαν να έχουν ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Επιπλέον, αυτό θα οδηγούσε σε άμεσες αναπροσαρμογές στις ανταγωνιστικότητες των χωρών, οι οποίες εναλλακτικά θα είναι αργές, μέσω αύξησης πληθωρισμού στην γερμανία και αύξηση της ανεργίας στις άλλες χώρες.
Οι αναλύσεις των De grauwe και Dumas συγκλίνουν σε ένα σημαντικό σημείο. Αν η γερμανία συνεχίζει να τρέχει μεγάλα πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο, αναγκαστικά θα συσσωρεύσει τεράστιες απαιτήσεις προς άλλους. Η εμπειρία δείχνει ότι αυτές θα γίνουν σκουπίδια. Ο καθηγητής de grauwe είναι σωστός όταν λέει ότι η συσσώρευση απαιτήσεων μέσα στην ευρωζώνη δεν είναι επικίνδυνη. Ο κίνδυνος υπάρχει στην στρατηγική μείωσης των μισθών και στην υπερβολική αύξηση των πλεονασμάτων που θα οδηγήσει σε ένα ακριβό αδιέξοδο. Μπορεί κάλλιστα να καταστρέψει την γερμανική οικονομία. Σίγουρα υποχρεώνει την γερμανία να μεταφέρει πόρους στους «πελάτες» της με τον ένα πολυέξοδο τρόπο ή τον άλλο.
Η έξοδος είναι πράγματι μια επιλογή. Αν απορριφθεί, όπως προβλέπω, οι ίδιες αναπροσαρμογές θα συμβούν με πολύ πιο επίπονο τρόπο. Η εναλλακτική είναι μια μεταβιβαστική ένωση (σ.τ.μ. τραπεζική ένωση κλπ), την οποία οι γερμανοί φοβούνται. Η γερμανία έχει πληρώσει ακριβά την μερκαντιλιστική πολιτική της. Είτε εντός, είτε εκτός ευρώ, αυτή δεν μπορεί – και δεν πρέπει – να διαρκέσει παραπάνω.






Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Uber fail μνημονιακού και αριστερού λόγου




Έχουμε περάσει ήδη τρία χρόνια εν μέσω κρίσης και ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να ακούσουμε μία άποψη που να παρουσιάζει μια συνεκτική και συνολική εικόνα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε. Από την μία πλευρά υπάρχει ο μνημονιακός λόγος που περιορίζεται σε μία κριτική εναντίον του σπάταλου δημοσίου και του διαστρεβλωτικού χαρακτήρα της παρέμβασης του τελευταίου στον ιδιωτικό τομέα και από την άλλη υπάρχει ο αριστερός λόγος ο οποίος εμμένει στα κακώς κείμενα της ΕΕ. Και οι δύο πλευρές έχουν κάποια δυνατά επιχειρήματα, ενώ και οι δύο παραβλέπουν ζητήματα που δεν τους βολεύουν για να βγάλουν την γραμμή τους. Προφανώς η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και δεν χρειάζεται να αναφέρω καν διάφορες άλλες ξώσφαλτσες απόψεις, οι οποίες με μαθηματική ακρίβεια καταλήγουνς στους Ελ.
Για να μπορέσουμε να δούμε τα πράγματα όσο συνεκτικότερα γίνεται ας βάλουμε κι ένα πλαισιάκι για να μην χάσουμε την μπάλα. Ας ορίσουμε σε αυτό το πλαίσιο τρεις πυλώνες , οι οποίοι θα μας επιτρέψουν να απομονώσουμε όσο γίνεται τα, ούτως ή άλλως αλληλένδετα, πράγματα. Αναφορικά οι πυλώνες είναι ο ιδιωτικός τομέας, ο δημόσιος και η μακροοικονομία.

Ιδιωτικός τομέας

Είναι χαρακτηριστικό ότι τον ιδιωτικό δεν τον πιάνουν στην γλώσσα τους ούτε οι μεν, ούτε οι δε, ο καθένας για τους λόγους του. Οι μεν μνημονιακοί, πέρα από ζήτημα μισθών δεν έχουν να πουν κάτι άλλο και  φυσικά αυτό γίνεται γιατί ό,τι άλλο και να πουν θα σημάνει την έναρξη μιας κουβέντας η οποία θα ακυρώνει όλα τους τα επιχειρήματα. Και τα αυτογκολ γενικά δεν αρέσουν. Η αριστερά δε, καμία νύξη επίσης. Να υποθέσω επειδή δεν υπάρχουν σοβαρά συνδικαλιστικά όργανα στον ιδιωτικό;
Έστω ότι μπορούμε να χωρίσουμε τον ιδιωτικό τομέα σε τρία στρώματα, με βάση το οικονομικό μέγεθος της κάθε εταιρίας. Στο υψηλότερο στρώμα έχουμε εταιρίες οι οποίες ανεξάρτητα από το αν έχουν μεγάλη δραστηριότητα, παρουσιάζουν μεγάλους τζίρους. Τέτοιες είναι πχ η Λαμπρακιστάν κ Σια, Αλαφούζου ΕΠΕ (με το «περιορισμένης ευθύνης» να επιδέχεται πολλές ερμηνείες) και Μπόμπολας Uber Alles ΑΕ. Η κριτική του μνημονιακού λόγου για κρατικοδίαιτους στρέφεται συγκεκριμένα κατά των δημοσίων, αλλά για τους παραπάνω ούτε λόγος. Αυτονόητο, εκτός κι αν περιμένει κανείς τον Αλαφούζο να κατηγορεί τον Αλαφούζο ότι είναι κρατικοδίαιτος. Από την αριστερά πάλι, σπασμωδικά πράγματα, τουλάχιστον στον δημόσιο λόγο.
Αλλά και πάλι αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά. Αυτό που δεν επισημαίνει κανείς είναι το χάος που επικρατεί στα υπόλοιπα δύο στρώματα. Στο δεύτερο στρώμα βρίσκονται εταιρίες οι οποίες έχουν οργανωμένη και μεγάλη παραγωγή, τουλάχιστον με βάση τα εγχώρια κριτήρια. Με βάση αυτά που έλεγε προ διετίας, σαν ιοβές τότε, ο στουρνάρας, ο συγκεκιρμένος χώρος είναι ένα τεράστιο καρτέλ, εφάμιλλο αυτού της κόκας στην Κολομβία (in your face Pablito).  Ο ίδιος υπουργάρας άτυπα έλεγε στις πολύ αρχές του έτους, ότι χρειάζεται πολιτική δύναμη για να μπει ένα χέρι σε όλους αυτούς και το καλύτερο είναι ότι δεν μιλάμε μόνο για ελληνικές εταιρίες αλλά για όλες (πόσο ειρωνικό ακούγεται αυτό σήμερα; μα πόσο ειρωνικό;). Αφού το λέει ο υπουργός εμείς ποιοι είμαστε για να τον αμφισβητήσουμε; Από τον εσωτερικό μνημονιακό λόγο δεν υπάρχει νύξη για τέτοια ζητήματα. Μόνο τον τελευταίο μήνα, όπου η κατάσταση έχει αρχίσει να ζορίζει τραγικά, έχει αρχίσει και η πίεση εκ των έξωθεν. Από την αριστερά πάλι κάποια πενιχρά σχόλια φώτη-αλέκας κι ακόμα λιγότερα από τον αλέξη.
Κι ερχόμαστε τώρα στο τρίτο στρώμα τις πολυπληθείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπου ο ανορθολογισμός βαράει κόκκινο. Μιλάμε (μάλλον πιο σωστά δεν μιλάμε) για οργάνωση, για επιχειρηματικότητα, για τεχνογνωσία, για καινοτομία, για μακροπρόθεσμες στρατηγικές, για, για, για... Μιλάμε για ετιαρίες όπου ο ιδιοκτήτης συμπεριφέρεται σαν υπάλληλος στο ίδιο του το μαγαζί, όπου απλά θέλει να βγάζει έναν μισθό στην τελική και να κάνει την ζωή του. Ολόκληρη η νεοκλασσική μικροοικονομική θεωρία καταρρέει αυτομάτως με το που πάει να εφαρμοστεί σε αυτόν τον χώρο.
Φυσικά δεν υπάρχει τίποτε κακό σε όλα αυτά. Έτσι λειτουργούσαν πάντα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και έτσι θα λειτουργούν. Το πρόβλημα όμως είναι αλλού. Προσπαθούν οι μνημονιακοί να μας συνετίσουν, να μας πουν ότι ο δημόσιος τομέας πρέπει να πάψει να είναι η ατμομηχανή της οικονομίας κι ότι τα σκήπτρα πρέπει να τα αναλάβει ο ιδιωτικός και μπορεί το σκεπτικό να είναι σωστό για μια δυτική και πόσο μάλλον αγγλοσαξωνική οικονομία, αλλά στην περίπτωση της ελλάδας να γίνει τι ακριβώς; Θα πρέπει να αντικαταστήσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες είναι και η ραχοκοκαλιά του ιδιωτικού τομέα, τον όγκο που παράγεται από το δημόσιο;  Φυσικά δεν μιλάμε για το είδος της παραγωγής αλλά για απλά νούμερα, όπως εμφανίζονται στο ΑΕΠ. Όταν υπάρχουν δύο παράγοντες που αθροιστικά διατηρούν μια μεταβλητή σε ένα συγκεκριμένο ποσό και θέλεις να μειώσεις την μία, αν δεν κάνεις κάτι για να αυξηθεί, ταυτόχρονα, η άλλη, τότε η μεταβλητή σου καταρρέει. Τι κάνουμε για να μην καταρεύσει το ΑΕΠ; Τίποτα. Αντιθέτως, μειώνεται ο όγκος του δημοσίου και μαζί μειώνεται κι όγκος του ιδιωτικού. Ευφυές... Από τους μνημονιακούς τέτοια ζητήματα ούτε καν αναφέρονται, παρά μόνο το ΕΣΠΑ που θα έρθει σαν μάννα εξ ουρανού, για να φέρει την ανάπτυξη. Εκτός του ότι το ΕΣΠΑ είναι ένα πολύ βραχυπρόθεσμο εργαλείο και δεν έχει καμία σχέση με ουσιαστικές, δομικές παρεμβάσεις, ενδεχομένως να μην λειτουργήσει κιόλας λόγω του κωλύμματος στον τραπεζικό τομέα, αλλά αυτό το αφήνουμε για παρακάτω. Από αριστερά πάλι, ούτε κουβέντα.
Η μόνη ουσιαστική πολιτική που αφορά τον ιδιωτικό τομέα, είναι αυτή περί ανταγωνιστικότητας, η οποία όμως πάλι τίθεται σε λάθος βάση. Όπως έχουμε ξαναναφέρει από εδώ άπειρες φορές, ο τρόπος που αντιμετωπίζεται εκ μέρους της τρόϊκας, η ανταγωνιστικότητα, είναι πολύ στενόμυαλος και εστιάζει αποκλειστικά στο μισθολογικό και στο ασφαλιστικό κόστος της εργασίας. Η ανταγωνιστικότητα είναι κάτι πολύ πιο περίπλοκο κι έχει να κάνει κυρίως με την αποτελεσματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο χίλια δύο πράγματα μπορούν να γίνουν κομμάτι της ανταγωνιστικότητας, όπως προηγμένα δίκτυα, οικονομίες κλίμακας, διάχυση τεχνογνωσίας, πρόσβαση σε φτηνές πρώτες ύλες κ.α. Η τρόϊκα όμως επιμένει να ασχολείται μόνο με τα εργατικά. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ξεκάθαρος κι έχει να κάνει με το πως υπολογίζεται η ανταγωνιστικότητα με βάση το νεοκλασσικό μοντέλο. Πρόκειται περί ταυτολογίας καθώς χρησιμοποιείται μία φόρμουλα, η οποία είναι αδύνατο να συμπεριλάβει όλες τις πτυχές του ζητήματος. Ο δεύτερος λόγος, κατά προσωπική εκτίμηση έχει να κάνει με το ότι το πεδίο του ιδιωτικού τομέα παρουσιάζεται τόσο αχανές κι ανοργάνωτο, όπου ο μόνος τρόπος που μπορείς από κάπου να πιάσεις το ζήτημα, είναι ο μισθολογικός.
Το θέμα όμως είναι ότι το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας είναι πολύ πιο σημαντικό, μακροχρόνια, από τα όποια ελλείμματα του δημοσίου. Στην ουσία με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, αυτό που προσπαθεί να γίνει είναι μια μείωση των τιμών. Οι μισθοί μειώθηκαν, αλλά οι τιμές δεν ακολούθησαν πράγμα που σημαίνει ότι το βιωτικό επίπεδο μειώθηκε. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι αυτός που αναφέρθηκε πιο πάνω (λάθος εργαλείο εκτίμησης) κι ο δεύτερος είναι αυτός που αναφέρθηκε πολύ πιο πάνω (καρτέλ). Σε αυτό το σημείο ο μνημονιακός λόγος τα μόνα καρτελ που καταλαβαίνει είναι αυτά του δημοσίου κι ότι για τις αυξημένες τιμές φταίει κυρίως το δημόσιο (ένα πράγμα, όπως όταν έχεις τις μαύρες σου, φταίει ο ανάδρομος ερμής), ενώ από την αριστερά, ενώ αναγνωρίζεται σε κάποιο βαθμό το θέμα, προτείνεται η λάθος πολιτική, η αύξηση των μισθών. Και είναι λάθος γιατί η πρώτη πολιτική θα έπρεπε να ήταν η μείωση των τιμών.
Ας το πάρουμε αυτό λίγο μπακαλίστικα. Αν ο ιδιώτης Α έχει ένα συγκεκριμένο μισθό και η κατανάλωσή του είναι ένα συγκεκριμένο ποσοστό του εισοδήματός του (ας πούμε 50%) και του μειώσεις τον μισθό, αλλά και τις τιμές αναλογικά, τότε η κατανάλωσή του σαν ποσοστό του εισοδήματός του θα παραμείνει 50%. Με άλλα λόγια το βιοτικό του επίπεδο θα παραμείνει το ίδιο. Φυσικά όλο αυτό είναι λάθος γιατί μιλάει για μια αυτάρκης κοινωνία. Στην δική μας περίπτωση, αυτομάτως όλα τα εισαγόμενα προϊόντα, με την μείωση των μισθών γίνονται πιο ακριβά, αλλά στην τελική κάπως έτσι δεν θα έπρεπε να είναι το πράγμα ή μήπως με την δραχμή δεν θα είναι ακριβότερα; Ή μήπως θεωρείς ότι είναι σωστό που η ελλάδα είναι πιο ακριβή από την γερμανία; Με την υποτιθέμενη μείωση όμως των τιμών (από το υποτιθέμενο σπάσιμο των καρτέλ), αυτομάτως τα εγχώρια προϊόντα θα είναι πιο φτηνά και ενδεχομένως να δοθεί μια ώθηση στον ιδιωτικό τομέα να παράγει περισσότερα. Κι όπως είπαμε πιο πάνω, μην ξεχνάς ότι τα καρτέλ στην ελλάδα δεν είναι μόνο ελληνική υπόθεση... Ενδεχομένως, να δούμε και μειώσεις σε εισαγόμενα προϊόντα. Αντί λοιπόν η αριστερά να θέλει να αυξήσει τους μισθούς, ας πιέσει για πιο ζόρικα πράγματα. Ας τα βάλει με τα καρτέλ για να μειωθούν οι τιμές.
Σε άλλα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τα εργατικά, φοριέται πολύ τον τελευταίο καιρό η εξαήμερη εργασία, ενώ διαχρονική είναι η απορύθμιση των εργασιακών. Όσον αφορά το πρώτο, θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο αν το 40ωρο/εβδομάδα τηρείτω αυστηρότατα και ο κάθε εργαζόμενος μπορούσε να πάρει το ρεπό του άλλη μέρα, εκτός σκ. Φυσικά με τους έλληνες εργοδότες, θα ήταν ηλίθιος αν πίστευε κανείς ότι θα υπήρχε τήρηση του νόμου, ενώ η διαδικασία της καταγγελίας είναι άλλο ένα μεγάλο ανέκδοτο. Το όλο νόημα βέβαια της πρότασης είναι να μειωθούν τα μισθολογικά έξοδα με την κατάργηση ουσιαστικά της υπερωρίας. Προφανώς αυτή η τελευταία λέξη είναι λίγο πολύ άγνωστη σε πολλούς και στην τελική είπαμε. Αφήστε τους μισθούς στην ησυχία τους και βρείτε κάτι από τα πολλά άλλα που υπάρχουν για να ρίξετε τις τιμές.
Όσον αφορά την απορύθμιση των εργασιακών, δεν ξέρω αν όντως έχουμε έναν από τους πιο αυστηρούς κανόνες στην ευρώπη, αλλά δεν πρέπει να αγνοούμε περιπτώσεις όπου εταιρίες που δεν βγαίνουν, δεν μπορούν να απολύσουν υπαλλήλους γιατί δεν έχουν τα χρήματα των απαιτούμενων αποζημιώσεων. Για να μπορεί να προστατευθεί κι ο εργαζόμενος αλλά κι ο ιδιοκτήτης όταν έχει μπει στην κατρακύλα, αντί να υπάρξει απορύθμιση, μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικότερη ρύθμιση. Δηλαδή, αντί να μειωθεί το κόστος απολύσεως, μπορεί κάλλιστα να μπεί όρος που να επιτρέπει μια μειωμένη αποζημίωση όταν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν συγκεκριμένα ποσοστά μειωμένων τζίρων, αντιστοιχούμενα πάγια έξοδα σαν ποσοστό του κύκλου κ.α.. Φυσικά τέτοιες προτάσεις, ούτε κατά διάνοια, από καμία πλευρά.
Και επειδή αν αρχίσουμε να μιλάμε για τον δημόσιο τομέα και την μακροοικονομία, πάμε για σεντονάρα, ας τα αφήσουμε καλύτερα για την άλλη φορα.

ΥΓ Εντάξει ο διαχωρισμός στον ιδιωτικό τομέα είναι αυθαίρετος αφού το πρώτο με το δεύτερο στρώμα αλληλεπικαλύπτονται και ουσιασικά υπάρχουν δύο κατηγορίες, οι μεγάλες και οι μικρές επιχειρήσεις, αλλά έξυπνο παιδί είσαι, το πιάνεις το νόημα.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Brace yourselves






Μετά από τόση φασαρία, τελικά η κατάληξη είναι να έχουμε κατά πάσα πιθανότητα έναν χειρότερο πρωθυπουργό από τον προηγούμενο και την χα στην βουλή. Τουλάχιστον ψώφησε το παλιό «καλό» πασοκ. Ο μεγάλος αντιμνημονιακός αντώνης έπαιξε το κεφάλι του κορώνα γράμματα, αφού ήξερε ότι με την ντόρα στο κόμμα, στην πρώτη αναποδιά θα του ζήταγε τα ρέστα. Τελικά τα κατάφερε, αλλά τι ακριβώς; Ναι θα είναι μάλλον πρωθυπουργός, αλλά σε μια κυβέρνηση η οποία θα κληθεί να αντιμετωπίσει τις ισπανικές και τις ιταλικές αναταράξεις και η οποία μόνο βραχύβια θα μπορεί να είναι αφού παίζονται πολύ μεγαλύτερα παιχνίδια από αυτά που μπορεί να αντέξει το νοτιοανατολικό ευρωζωνικό χωριό.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως. Ο Αντωνάκης κινήθηκε προεκλογικά με άξονα την παραμονή της ελλάδας στο ευρώ. Αν παραβλέψουμε για λίγο το φτηνό προεκλογικό τσιτάτο και πάρουμε την υπόσχεση πιο σοβαρά, κολλάμε σε δύο προβλήματα. Το ένα έχει να κάνει με τις δυναμικές της ελληνικής οικονομίας και το άλλο με το ίδιο το ευρω.
Ξεκινώντας από τα δικά μας, οι απόψεις που υπάρχουν χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα. Από την μία πλευρά οι αμερικανοί οικονομολόγοι (κατά βάση αντιμνημονιακοί) οι οποίοι θεωρούν δεδομένη την έξοδο της ελλάδας από το ευρω, ότι κι αν κάνουμε. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του μαγίστρου Σόρρος (ο οποίος εκφράζει μάλλον τις αγορές παρά κάποιους οικονομολόγους) κατά τον οποίο με τσίπρα η ελλάδα είναι εκτός, αύριο κιόλας, ενώ με σαμαρά σε 4 μήνες. Ο λόγος για αυτόν τον πεσσιμισμό έχει να κάνει αποκλειστικά με την αποτυχημένη πολιτική της λιτότητας (ultra-super-epic fail), η σφοδρότητα της οποίας δεν αφήνει κανένα περιθώριο για ανάκαμψη και απλά λίγη πολιτική γκρίνια επισπεύδει τα αναπόφευκτα.
Από την άλλη, οι ευρωπαίοι οικονομολόγοι (οι περισσότεροι εκ των οποίων πάλι αντιμνημονιακοί) θεωρούν την έξοδο της ελλάδας αδύνατη, αφού σε μια τέτοια περίπτωση η εκτ θα πρέπει να καλύψει το χρέος των ισπανικών τραπεζών (γύρω στα 3 τρις) και το αντίστοιχο χρέος των ιταλικών (γύρω στα 5-6 τρις). Δύσκολοι καιροί για ευρωτραπεζίτες. Και στις δύο περιπτώσεις είναι εμφανές ότι το ποιος θα είναι ο πρωθυπουργός της ελλάδας και το τι θα (μπορεί να) κάνει δεν έχει καμία, μα καμία, μα καμία σημασία. Εντάξει, υπάρχει κι ο μνημονιακός λόγος, όπου στην ελλάδα οι μνημονιακοί ζουν στον δικό τους ελληνικό μικρόκοσμο, ενώ στην ευρώπη ξεροκαταπίνουν κοιτάζοντας μπροστά τους τα δύο απροσπέλαστα όρη, της ισπανίας και της ιταλίας.
Κι εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο μεγάλο πρόβλημα που θα βρει μπροστά του ο μεγάλος αντιμνημονιακός αντώνης, αφού υπόσχεται ότι θα κρατήσει την ελλάδα στο ευρώ, αλλά σε ποιο ευρώ όταν το τελευταίο μπορεί να πάψει να υπάρχει (τουλάχιστον όπως το ξέρουμε), αρκετά σύντομα;  Όπως αναφέρει κι ο, πάντα διαυγής, munchau το μεγάλο παιχνίδι που παίζεται (και αναφέραμε πιο πάνω) έχει να κάνει με την έλλειψη λύσης σχετικά με την  ευρωπαϊκή ενοποίηση και η οποία έχει κι αυτή δύο σκέλη, ένα πολιτικό κι ένα οικονομικό. Στο πολιτικό μέρος έχουμε ένα παράδοξο τύπου condorcet, όπου η γερμανική κεντρική θέλει δημοσιονομική ενοποίηση για να προχωρήσει σε τραπεζική, das merkel θέλει πολιτική για να προχωρήσει σε δημοσιονομική κι ο φρανσουά θέλει τραπεζική για να προχωρήσει σε πολιτική. Κι όλα αυτά ενώ επείγεται να βρεθεί λύση για το ισπανικό και ιταλικό ζήτημα.
Στο οικονομικό μέρος, η ισπανία πραγματικά δεν είναι ελλάδα αφού δεν έδειξε καμία διάθεση για νταραβέρια με δντ, ενώ έθεσε ευθύς εξαρχής το ζήτημα των τραπεζών και μόνο αυτό (συνεκτική περιγραφή εδώ).  Κουβέντα για τα ελλείμματα οι μέν, κουβέντα και οι δε, με τα χρέη να τρέχουν κι ενώ το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα πάει για μετωπική με τοίχο. Προφανώς αυτήν την στιγμή το παιχνίδι είναι στην μεριά της αγκέλας η οποία θα πρέπει είτε να αποδεχτεί μια ήττα και να μαλακώσει αρκετά τις θέσεις της, προωθώντας έναν ευρωπαϊκό φεντεραλισμό, είτε να βάλει την φωτογραφία της δίπλα στα σχετικά κείμενα των εγκυκλοπαιδειών για την καταστροφή του ευρώ. Η ίδια θα προτιμούσε να έρθουν οι εκλογές και να φύγει από πάνω της το βάρος, αλλά κι αυτές οι άτιμες αργούνε πολύ.
Πίσω στο ελλάντα οι πολιτικές εξελίξεις, όπως έχει αναφερθεί ξανά από αυτό εδώ το μπλογκ, βρίσκονται ακόμα σε πρώιμο στάδιο. Μέσα σε αυτό το κλίμα, πολύ δύσκολα η κυβέρνηση σαμαρά θα αντέξει για πάνω από κάποιους μήνες. Όποτε κι αν έρθει η κατάρρευση της κυβέρνησης, θα σημάνει έναρξη της ντόριας αυτοκρατορίας στο κεντροδεξιό κόμμα, το οποίο λογικά θα προσελκύσει, όπως το σκατό τη μύγα, τις νεοφιλελεύθερες συνιστώσες (ή γκρουπούσκουλα αν προτιμάτε) από όποιο κόμμα κι αν προέρχονται, ενώ θα διώξει το λαϊκό κομμάτι της νδ, που θα πρέπει να βρει νέα στέγη. Υποψήφιες στέγες υπάρχουν αρκετές και δεν θέλω ούτε καν να σκέφτομαι καμία από αυτές. Από την άλλη πλευρά ο μπένι θα βάλει ένα τέλος  στο πασοκ. Θα του αλλάξει όνομα δηλαδή (βλέπε νεος πανιώνιος). Βλέπεις, υπάρχουν και κάποια χρέη που πρέπει να εξαφανιστούν. Κάποιες σχετικές, μελλοντικές ζυμώσεις με δημαρ θα φτιάξουν ένα νέο σοσιαλδημοκρατικό πόλο και μας μένει η αριστερά, στην οποία ο συριζα κατάφερε να ελιχθεί και να προσαρμοστεί στις νέες περιστάσεις, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Λογικά στις επόμενες εκλογές, αν δεν γίνει κάποια δραματική αλλαγή, θα είναι πρώτο κόμμα, ενώ, σε ένα παράλληλο σύμπαν, στον περισσό το κόλλημα στο 1928 έχει, επιτέλους, σταματήσει να πουλάει.
Βέβαια ωραία φαίνονται όλα αυτά σε ένα βάθος τετράμηνου ή εξάμηνου ή άντε και εννιάμηνου βαριά βαριά, αλλά μέχρι τότε, με 30% δεξιά και χοντρικά 10% άκρα δεξιά, η ζωή στο γκρίχενλαντ δεν φαίνεται και πολύ αισιόδοξη.


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Η Ευρώπη ξυπνάει το φάντασμα ενός μη-κυβερνήσιμου κόσμου




Μετάφραση άρθρου του Mark Mazower από την έντυπη έκδοση των FT (26.05).

«Αποφάσισαν χωρίς εμάς, προχωράμε χωρίς αυτούς», λέει το σλόγκαν στο site του Συριζα, του προεξέχοντος, στις τελευταίες εκλογές, αριστερού Ελληνικού κόμματος. Αλλά αυτό που προκύπτει, διαβάζοντας παρακάτω, είναι λιγότερο μια σαφής στρατηγική για το μέλλον της χώρας και περισσότερο μια κοσμοθεωρία διαχεόμενη από εικόνες και μνήμες του πολυτάραχου παρελθόντος. Εδώ, η μάχη εναντίον του εχθρού, όπως τον αντιλαμβάνονται σήμερα,  - του νεοφιλελευθερισμού – θυμίζει τον αγώνα κατά της στρατιωτικής χούντας, 40 χρόνια πριν, και την αντίσταση κατά των Ναζί στην κατοχή, κατά τον Β’ΠΠ. Υπάρχουν, ακόμα, απόηχοι από το Λαϊκό Μέτωπο και την Σοσιαλιστική Διεθνής. Ο Αλέξης Τσίπρας, αρχηγός του Συριζα, είναι πολύ νέος για να τα θυμάτια όλα αυτά: γεννήθηκε λίγο αφότου έπεσε η χούντα, το καλοκαίρι του ’74. Παρ’όλα αυτά, η γλώσσα που χρησιμοποιεί το κόμμα του μας θυμίζει ότι η Ευρωπαϊκή κρίση θέτει κάποια βαθειά ιστορικά ερωτήματα σχετικά με το τι συνέβη στην πολιτική, στην δημοκρατία και στην ίδια την ιδέα της διεθνούς συνεργασίας.
Στην Ευρώπη ήταν, δύο αιώνες πριν, που δημιουργήθηκε η ιδέα ότι ο κόσμος είναι ένα κυβερνήσιμο μέρος. Αυτή η ιδέα, τότε, ήταν ριζοσπαστικά καινούργια: ο όρος «διεθνής» από μόνος του, επινοήθηκε από τον Jeremy Bentham και αφομοιώθηκε μερικές δεκαετίες μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Παρ’ό,τι, τότε, ο εθνικισμός αναδυόταν σαν ισχυρή δύναμη, οι υποστηρικτές της διεθνούς συνεργασίας δεν ανησυχούσαν. Αντιθέτως, πίστευαν ότι ο εθνικισμός κι ο διεθνισμός ήταν αδελφές ψυχές και ότι μια ήπειρος από «ζωντανές» εθνικές δημοκρατίες καθιστούσαν αναγκαία την συνεργασία ανάμεσα σε τόσο διαφορετικούς ανθρώπους. Ο λογοτέχνης Βίκτωρ Ουγκώ υπεδείκνυε το όραμα μιας ομοσπονδοιοποιημένης Ευρώπης σε ένα ξέφρενο κοινό ακτιβιστών το 1849 στο Παρίσι. Ο Ιταλός επαναστάτης Giuseppe Mazzini ενέπνευσε τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Woodrow Wilson, με την ιδέα μιας κοινωνίας δημοκρατικών εθνών.
Όπως η κακότυχη Κοινωνία των Εθνών (ΚΤΕ) ήταν ένα αποτέλεσμα τέτοιων απόψεων, έτσι και άλλοι διεθνιστές αγωνιζόντουσαν σκληρά για ελεύθερο εμπόριο, ή για κομμουνισμό. Αλλά ο Β’ΠΠ οδήγησε τους αντι-φασίστες στην Ευρώπη, να επιστρέψουν στην ιδέα της ομοσπονδίας για την ήπειρο, σαν αντίδοτο τόσο προς τον αρρωστημένο και πολεμοχαρή εθνικισμό των Χίτλερ και Μουσσολίνι, όσο και προς την απελπισμένη, αν και ματαιόδοξη, ΚΤΕ. Πίστευαν ότι χωρίς ολοκλήρωση, οι Ευρωπαίοι θα συνέχιζαν να πολεμούν μεταξύ τους επαόριστα. Με την ολοκλήρωση, το έθνος θα μπορούσε να χαλιναγωγηθεί και οι ανάγκες των πιο αδύναμων μελών της κοινωνίας, να εξασφαλιστούν.
Επομένως, οι καταβολές της ΕΕ αντανακλούν την επίμονη παλιά ιδέα ότι η διεθνής συνεργασία είναι η καλύτερη εξασφάλιση για την εθνική ευημερία. Η υποστήριξη των ΗΠΑ προς την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, προϋπέθετε όχι μόνο την πεποίθηση ότι θα ενίσχυε την ανάπτυξη και θα κράταγε τον κομμουνισμό μακρυά, αλλά και την πεποίθηση ότι θα αναβίωνε την ίδια την δημοκρατία. Οι πρώτες δεκαετίες της κοινής αγοράς συνέπεσαν τόσο με μια άνευ προηγουμένου αύξηση παραγωγικότητας και ανάπτυξης στην Δυτική Ευρώπη, αλλά και, ταυτόχρονα, με σημαντική μείωση της ανισότητας και με αυξημένες δαπάνες προς το κοινωνικό κράτος.
Αυτό το επίτευγμα φαίνεται να ανήκει, πλέον, σε ένα σχεδόν νεολιθικό παρελθόν. Τα τελευταία 25 χρόνια πολλά από αυτά τα κεκτημένα χάθηκαν και η ιδέα ότι η εθνική κυριαρχία και η διεθνής συνεργασία είναι έννοιες συμπληρωματικές, είναι πλέον σε αμφισβήτηση. Οι αρχιτέκτονες αυτής της αναστροφής  δεν ήταν φιλόσοφοι όπως ο Bentham, ούτε επαναστάτες όπως ο Mazzini, αλλά «ξενέρωτοι» τεχνοκράτες όπως ο Paul Volcker κι ο Michel Camdessus του ΔΝΤ. Οι managers του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, μετά τα πετρελαϊκά σοκ των 70’ς, πίστεψαν ότι η διεθνής ευημερία και σταθερότητα εξαρτιόντουσαν από την απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων. Η ενθουσιώδης συμμετοχή της Ευρώπης σε αυτόν τον εκχρηματισμό της παγκόσμιας οικονομίας είχε μεγάλες κι ενδεχομένως, αθέμιτες συνέπειες.
Όλοι οι διεθνείς οργανισμοί απαιτούν από τα μέλη τους να παραδώσουν ένα μέρος της κυριαρχίας τους σαν αντάλλαγμα προς τα οφέλη που θα αποκομίσουν από την συμμετοχή τους. Αλλά σε πρωτύτερους χρόνους, αυτή η επιλογή δεν περιείχε τίποτε σχετικό με τις θυσίες που απαιτούνται σήμερα. Οι νομοθέτες στην ΕΕ, και ειδικότερα στην ΟΝΕ, είναι πλέον υποχρεωμένοι να παραχωρήσουν διακριτή δύναμη σε κεντρικούς τραπεζίτες, δικαστές, γραφειοκράτες και βιομηχάνους. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οπαδός του Συριζα για να καταλάβει πως αυτή η κατάσταση, σε δύσκολους καιρούς, επιτρέπει σε πολιτικά κόμματα να μετατραπούν σε μαγαζιά εξυπηρέτησης σκοτεινών συμφερόντων.
Αυτό που διακυβεύεται στην κρίση της ευρωζώνης, πάει πολύ πιο βαθυά από τις συνέπειες της εξόδου της Ελλάδας από αυτήν και πέρα από το μέλλον της ίδιας της ΕΕ. Η κρίση έχει θέσει σε αμφισβήτη το ό,τι ο κόσμος μπορεί να κυβερνηθεί.
Η ΕΕ ήταν κάποτε η πιο φιλόδοξη και εντυπωσιακή πραγματοποίηση αυτής της ιδεάς. Στην μετενσάρκωσή της στον 21ο αιώνα, η ΕΕ επέτρεψε ένα επικίνδυνο κενό ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, τεχνοκράτες κι εκλογικά σώματα. Η αντίθεση ανάμεσα στον σεβασμό της ΕΕ προς τις χρηματιστηριακές αγορές και την περιφρόνησή της προς τα κοινωνικά κόστη, που προκύπτουν απ΄την προσπάθεια ικανοποίησης των αγορών, καθιστά εξαιρετικά δύσκολο για τους Ευρωπαίους να συνειδητοποιήσουν την διεθνής συνεργασία σαν ένα αγαθό.
«Ο τύπος της καταπίεσης που απειλεί την δημοκρατία δεν θα μοιάζει με τίποτα που έχει προϋπάρξει ήδη» σημειώνει διαισθητικά, ο Alexis de Tocquenville στο τέλος του έργου του για την δημοκρατία στην Αμερική, το 1840. Η αίσθησή του, σαν απομονωμένος ανάμεσα σε  ένα αθεράπευτο παρελθόν και ένα απρόβλεπτο μέλλον, αντηχεί σε ένα χρονικό σημείο όπου η διεθνής συνεργασία που υπάρχει στην ΕΕ, δεν στηρίζει πλέον τους εγχώριους πολιτικούς θεσμούς, αλλά περισσότερο τους στραγγαλίζει.
Ο Συριζα μπορεί να μην έχει λύσεις για το πρόβλημα της Ελλάδας ή της Ευρώπης. Αλλά ποιος έχει; Αυτή η, επιστρωμένη με ιστορικότητα, ρητορική του μας υπενθυμίζει ότι όλοι ψαχουλεύουμε μια καινούργια πολιτική γλώσσα, για να καταλάβουμε ποια στοιχεία της διεθνούς κληρονομιάς μας επιθυμούμε να κρατήσουμε και ποια να διώξουμε. Φυσιολογικά, όπως ο Συριζα, ψάχνουμε πίσω στο παρελθόν για ομοιότητες, μάλλον, παραπλανημένοι. Η ασφάλεια που μας παρέχει το παρελθόν, ίσως να μην είναι ο καταλληλότερος οδηγός σε ένα μέλλον, στο οποίο χάνεται συνεχώς η πεποίθηση ότι ο κόσμος μπορεί να είναι κυβερνήσιμος.         


Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Το ποντίκι που βρυχάται




Το κοκκοράκι της επανάστασης σηκώθηκε και όλη η αριστερά ανά την Ευρώπη ενώνεται για να τα βάλει με την τραπεζοκρατία. Φήμες λένε ότι στο νέο λάβαρο θα είναι εμφανές το κοκκόρι του Αλέξη. Ο ίδιος ο Τσάβες, βάσει πάντα εγκυρότατων πηγών, υποσχέθηκε ότι θα κάνει εμφύτευση για να μπορεί να αφομοιώσει το νέο αγωνιστικό λουκ. Η αριστερά αυτή βέβαια, αποτελείται μόνο από τον Αλέξη και τον Μελανσόν, οι οποίοι αντιστοιχούν σε ένα 17% και σε ένα 11% αντίστοιχα, στις χώρες τους, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Αλλά κι αυτοί λίγα έχουν να πουν μπροστά στο νέο, μεγάλο αντιμνημονιακό μέτωπο που χτίζεται, από τον μεγαλύτερο αντιμνημονιακό όλων, τον Αντώνη.
Το μόνο καλό της όλης υπόθεσης είναι ότι φαίνεται πως έχει αρχίσει να ξεπερνιέται η μία από τις δύο μεγαλύτερες κατάντιες της νεοελληνικής κουλτούρας, αυτή της κακομοιριάς. Μιας μιζέριας, ενός κόμπλεξ κατωτερότητας όπου ο νεοέλληνας είναι απλά ένα έρμαιο των εξελίξεων και αφήνει να αποφασίζουν άλλοι για αυτόν, ενώ ο ίδιος ακολουθεί με δουλική υποτέλεια. Τυπικό δείγμα ο Παπακωνσταντίνου με τα γνωστά αποτελέσματα.
Η ιδέα του Τσίπρα για συσπείρωση της αριστεράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ούτως ώστε να χτιστεί μια ενιαία φωνή με μεγαλύτερη δύναμη, δεν είναι καθόλου κακή, αλλά κολλάει σε δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι η αριστερά στην Ευρώπη γενικά δεν είναι και στα καλύτερά της, οπότε και να κατάφερνε μια συσπείρωση, τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ αμφίβολα. Ο χώρος της κεντροαριστράς έχει εκτοπίσει τα αμιγώς αριστερά (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) κόμματα, ειδικότερα στην βόρεια Ευρώπη. Το άλλο πρόβλημα είναι ο χειρισμός του ίδιου του Άλεξ, ο οποίος με το να αφομοιώνει πολιτικά συνθήματα σε ξένα χωράφια, το μόνο που θα καταφέρει είναι να απομακρύνει αυτούς που καλώς ή κακώς (κακώς δηλαδή) θα χρειαστεί στο άμεσο μέλλον.
Η αλήθεια είναι ότι τον Ολλάντ σοσιαλδημοκράτη, δύσκολα τον λες, ενώ πέρα από σχετικά περιθωριακές φωνές, όλοι μας έχουν κολλήσει την στάμπα της εξαίρεσης και δύσκολα θα μας χαριστούνε. Προφανώς και κάποια πράγματα φαίνονται δυσνόητα στο κοινό, ενώ δεν πουλάνε και πολύ για να αφομοιωθούν από δημοσιογράφους. Λίγοι καταλαβαίνουν ότι η κατασκευή του ευρώ από μόνη της δημιουργεί προβλήματα στις πιο αδύναμες οικονομίες, ή διαφορετικά λειτουργεί υπέρ των δυνατοτέρων, ή ακόμα πιο δυσνόητο είναι το γεγονός ότι σχετικά με τους ελληνικούς μισθούς, πιο σημαντική είναι η απόφαση και πράξη της γερμανικής ΓΣΕΕ, παρά της ελληνικής. Και φυσικά λίγοι καταλαβαίνουν ότι σε επίπεδο μακροοικονομίας, η εκ Γερμανίας επιβαλλόμενη τωρινή πολιτική είναι, πολύ απλά, σκουπίδι. Τα παραπάνω τα αναγνωρίζουν και τα προβάλλουν στον συριζα, αλλά οι συγκυρίες είναι πολύ διαφορετικές για να ασκήσουν την πολιτική που θα ήθελαν.
Υποθέτωντας ότι μέχρι τις επόμενες εκλογές δεν θα συμβεί καμία στραβή και θα είμαστε ακόμα στο ευρώ και ότι έστω ο Άλεξ θα είναι πρωθυπουργός, τα διαπραγματευτικά χαρτιά του θα είναι ελάχιστα. Σίγουρα στην αρχή θα υπάρξει κάποιος τσαμπουκάς τύπου, καταγγέλω το μνημόνιο κι εδώ ερχόμαστε στην δεύτερη κατάντια της νεοελληνικής κουλτούρας, που δεν είναι άλλη από τον ελληνάρα λεβεντομαλάκα. Τον τύπο που με παλλικαριά και ελληνικό τσαμπουκά θα απαιτήσει από όσους τολμήσουν να διαφωνήσουν μαζί του, να αναπαραχθούν άμεσα γιατί δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για την ταυτότητά του (ξέρ’ς ποιος είμαι’γω ρε;). Κάτι σαν να λέμε Καμμένος και απ’ό,τι φαίνεται κι ο Άλεξ έχει κάποιες τέτοιες τάσεις. Την στιγμή των διαπραγματεύσεων αυτό που θα χρειάζεται είναι κάτι ουσιωδώς ανάλογο των τωρινών συνθηκών, δηλαδή σοβαρότητα. Και για να είναι κανείς σοβαρός χρειάζεται ηρεμία και πλάνο.
Με το πλάνο στην Κουμουνδούρου δεν τα πάνε καλύτερα. Μπορεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο να έχουν την πιο σωστή και λογική αφήγηση αλλά για τα ενδοοικογενειακά λίγα έχουν να πουν. Προφανώς η προεκλογική ρητορική δεν επιτρέπει και πολλά σχόλια, αλλά αν υπάρχει έστω κι ένα άτομο που πραγματικά θεωρεί το ελληνικό δημόσιο ορθολογικό, έχει μάλλον πρόβλημα αντίληψης, ή είναι αρκετά πολωμένος-πορωμένος. Το κακό στην όλη ιστορία βρίσκεται στην αφομοίωση της λέξης μεταρρύθμιση από την νεοφιλελεύθερη πλευρά, μόνο, με αποτέλεσμα στο άκουσμα της λέξης, πχ από την Ξαφά, να μας πιάνει όλους σύγκρυο και να αρχίζουμε πρόωρο κλάμμα για μισθούς και συντάξεις. Αυτό που λείπει, είναι μια φωνή της λόγικής που θα προτείνει κάτι διαφορετικό από τον ταλιμπανισμό των νεοφιλελεύθερων, τύπου:
-          Γιατρέ μου, πονάει το πόδι μου
-          Κόψιμο, κόψιμο
Μια πιο ενδελεχής ματιά στην λειτουργία του δημοσίου και τομή στα καίρια σημεία μπορεί να οδηγήσει στον εξορθολογιμό του και όχι στην διαγραφή του. Χρονοβόρα διαδικασία εννοείται, αλλά κάποτε πρέπει να ξεκινήσει κι αυτή. Επίσης πολλοί στον συριζα παραδέχονται, ψιθυριστά όμως, ίσα ίσα να ακούγονται, ότι κάποια επαγγέλματα είναι αδίκως κλειστά, αλλά απ’την άλλη έχουμε κι εκλογές σε ένα μήνα. Το colpo grosso όμως είναι αλλού. Όπως δείχνει και ο παρακάτω πίνακας, από έρευνα του World Economic Forum σχετικά με το ποιον παράγοντα θεωρούν, οι επιχειρηματίες, ως τον πιο αρνητικό για να κάνουν επενδύσεις στην ελλάδα, συντριπτικά πρώτη είναι η γραφειοκρατία (στυγνή κλοπή από cynical). Δεύτερη, η δυσκολία χρηματοδότησης (λέγε με τραπεζικό σύστημα), τρίτη η διαφθορά και πιο κάτω η υψηλή φορολογία των επιχειρήσεων (ε, ας μην τα θέλουν κι όλα δικά τους). Τα εργασιακά, οι υψηλοί μισθοί και το χαμηλής εκπαίδευσης εργατικό δυναμικό αχνοφαίνονται κάπου στην μέση προς τέλος. Από τον πίνακα είναι εμφανές ότι η ρητορική που ακολούθησε το πετσόκομα των μισθών και των συντάξεων από ΓΑΠ κ ΠΑΠ(αδήμου), ήταν καθαρά αποπροσανατολιστική.



Εάν η αριστερά μπορούσε να αφομοιώσει μια ρητορική, φερόμενη κατά της γραφειοκρατίας (στη βάση όμως να παραμένει η μακροοικονομία), μόνο κερδισμένη θα μπορούσε να είναι. Και θα έπρεπε να το κάνει αυτό, όχι γιατί έτσι θα σωθεί η οικονομία της χώρας (η σωτηρία της από το ευρώ εξαρτάται κι από τις τράπεζες, για τις οποίες καλύτερα τα λέει ο techie chan), αλλά γιατί όταν θα έρθει η ώρα των διαπραγματεύσεων (και όχι των καταγγελιών), ο Αλέξης θα έχει ένα δυνατό διαπραγματευτικό χαρτί να παίξει (καλά υπάρχουν κι άλλα, αλλά εκεί μπαίνουμε σε πιο αμιγώς πολιτικά παιχνίδια), παίρνοντας κάποια μέτρα στα εντός, τα οποία και θεμιττά είναι και θα του επιτρέπουν να ζητήσει ανταλλάγματα. Ούτως ή άλλως, το κλίμα στην Ευρώπη αρχίζει να αντιστρέφεται μετά την αποτυχημένη πολιτική της Μέρκελ, οι κουβέντες για ευρωομόλογα εντείνονται, ενώ επιτέλους αρχίζει να γίνεται κατανοητό ότι χωρίς ανάπτυξη, αποπληρωμή δανείων… ντεν έκι. Στην ουσία το ζήτημα δεν είναι να σωθούν οι περιφερειακές οικονομίες αλλά η ΟΝΕ, την οποία οι συντηρητικοί της Γερμανίας βάζουν τα ταλευταία 2 χρόνια σε κίνδυνο. Εμείς αυτό που έχουμε να κάνουμε, είναι τα ελάχιστα δυνατά ώστε να φύγουν τα μάτια όλων από πάνω μας και να στραφούν στην ουσία του προβλήματος.
Γυρνώντας πάλι στα εγχώρια, στην αριστερά-κεντροαριστερά παρουσιάζεται η μοναδική ευκαιρία να ανακαταλάβει τον χώρο του κέντρου αφού το ΠΑΣΟΚ ψόφησε (βέβαια τακτικές τύπου Ολλαντρέου, ίσως και να το ξαναναστήσουν) και ο μεγάλος αντιμνημονιακός, ο Αντώνης ασχολείται μόνο με τα δεξιά του. Φυσικά σε κάτι τέτοιο θα αντιδρούσαν πρώτοι οι ίδιοι οι αριστεροί, οι οποίοι όμως φαίνεται να ξεχνούν την εξελικτική διαδικασία ως όρο, όπως και ότι ανάλογα εξελικτικά άλματα οδήγησαν τελικά σε αποτυχία (ναι για την ΕΣΣΔ μιλάω). Επίσης με 17%, άντε πες 25% δεν μπορούν να πουν ότι εκφράζουν, ακριβώς, την λαϊκή θέληση. Οι πιο σώφρωνες στον συριζα το καταλαβαίνουν και γι’άυτό είναι έτοιμοι να δεχτούν, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, την οποιαδήποτε παραχώρηση/υποχώρηση εκ μέρους τρόϊκας που θα οδηγήσει σταδιακά σε εκδημοκρατισμό της ένωσης, γιατί κι εκεί το σκεπτικό είναι το ίδιο.